G02997
λάσκω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
λάσκω
λατομέω
λατρεία
λατρεύω
λάχανον
λεββαῖος
λεγιών
λέγω
λεῖμμα
λεῖος
λείπω
λειτουργέω
λειτουργία
λειτουργικός
λειτουργός
λέντιον
λεπίς
λέπρα
λεπρός
λεπτός
Λευεί
Λευεί
Λευείτης
Λευειτικός
λευκαίνω
λευκός
λέων