G03424
μογιλάλος
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
μογιλάλος
μόγις
μοιχαλίς
ἐγώ
μοιχάω
μοιχεία
μοιχεύω
μοιχός
μόλις
Μολόχ
μολύνω
μολυσμός
μομφή
μονή
μονογενής
μόνον
μόνος
μονόφθαλμος
μονόω
μορφή
μορφόω
μόρφωσις
μοσχοποιέω
μόσχος
μόχθος
ἐγώ
μουσικός