G03506
νεύω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
νεύω
νεφέλη
Νεφθαλείμ
νέφος
νεφρός
νεωκόρος
νεωτερικός
νή
νήθω
νηπιάζω
νήπιος
Νηρεύς
Νηρεί
νησίον
νῆσος
νηστεία
νηστεύω
νῆστις
νηφάλιος
νήφω
Νίγερ
Νικάνωρ
νικάω
νίκη
Νικόδημος
Νικολαΐτης
Νικόλαος