G03859
παραδιατριβή
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
παραδιατριβή
παραδίδωμι
παράδοξος
παράδοσις
παραζηλόω
παραθαλάσσιος
παραθεωρέω
παραθήκη
παραινέω
παραιτέομαι
παρακαθίζω
παρακαλέω
παρακαλύπτω
παρακαταθήκη
παράκειμαι
παράκλησις
παράκλητος
παρακοή
παρακολουθέω
παρακούω
παρακύπτω
παραλαμβάνω
παραλέγω
παράλιος
παραλλαγή
παραλογίζομαι
παραλυτικός