G04374
προσφέρω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
προσφέρω
προσφιλής
προσφορά
προσφωνέω
πρόσχυσις
προσψαύω
προσωπολημπτέω
προσωπολήμπτης
προσωπολημψία
πρόσωπον
προτάσσω
προτείνω
πρότερος
προτίθημι
προτρέπω
προτρέχω
προϋπάρχω
πρόφασις
προφέρω
προφητεία
προφητεύω
προφήτης
προφητικός
προφῆτις
προφθάνω
προχειρίζω
προχειροτονέω