G01344
δικαιόω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
δικαιόω
δικαίωμα
δικαίως
δικαίωσις
δικαστής
δίκη
δίκτυον
δίλογος
διό
διοδεύω
Διονύσιος
διόπερ
διοπετής
διόρθωμα
διορύσσω
Διόσκουροι
διότι
Διοτρέφης
διπλόος
διπλόω
δίς
διστάζω
δίστομος
δισχίλιοι
διυλίζω
διχάζω
διχοστασία