G02509
καθάπερ
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entries
καθάπερ
καθάπτω
καθαρίζω
καθαρισμός
καθαρός
καθαρότης
καθέδρα
καθέζομαι
καθεξῆς
καθεύδω
καθηγητής
καθήκω
κάθημαι
καθημερινός
καθίζω
καθίημι
καθίστημι
καθό
καθόλου
καθ-οπλίζω
καθ-οράω
καθότι
καθώς
καί
Καιάφας
Καίν
Καινάμ