G04293
προκαταγγέλλω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
προκαταγγέλλω
προκαταρτίζω
πρόκειμαι
προκηρύσσω
προκοπή
προκόπτω
πρόκριμα
προκυρόω
προλαμβάνω
προλέγω
προμαρτύρομαι
προμελετάω
προμεριμνάω
προνοέω
πρόνοια
προοράω
προορίζω
προπάσχω
προπέμπω
προπετής
προπορεύω
πρός
προσάββατον
προσαγορεύω
προσάγω
προσαγωγή
προσαιτέω