G04703
σπόρος
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
σπόρος
σπουδάζω
σπουδαῖος
σπουδαίως
σπουδή
σφυρίς
στάδιον
στάμνος
στάσις
στατήρ
σταυρός
σταυρόω
σταφυλή
στάχυς
Στάχυς
στέγη
στέγω
στεῖρος
στέλλω
στέμμα
στεναγμός
στενάζω
στενός
στενοχωρέω
στενοχωρία
στερεός
στερεόω