G02564
καλέω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
καλέω
καλλιέλαιος
καλλίων
καλοδιδάσκαλος
Καλοὶ_Λιμένες
καλοποιέω
καλός
κάλυμμα
καλύπτω
καλῶς
κάμηλος
κάμινος
καμμύω
κάμνω
κάμπτω
κἄν
Κανά
Καναναῖος
Κανδάκη
κανών
Καφαρναούμ
καπηλεύω
καπνός
Καππαδοκία
καρδία
καρδιογνώστης
καρπός