G03339
μεταμορφόω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
μεταμορφόω
μετανοέω
μετάνοια
μεταξύ
μεταπέμπω
μεταστρέφω
μετασχηματίζω
μετατίθημι
μετέπειτα
μετέχω
μετεωρίζω
μετοικεσία
μετοικίζω
μετοχή
μέτοχος
μετρέω
μετρητής
μετριοπαθέω
μετρίως
μέτρον
μέτωπον
μέχρι
μή
μηδαμῶς
μηδέ
μηδείς
μηδέποτε