G03560
νουθετέω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
νουθετέω
νεομηνία
νουνεχῶς
νοῦς
Νύμφα
νύμφη
νυμφίος
νυμφών
νῦν
νυνί
νύξ
νύσσω
νυστάζω
νυχθήμερος
Νῶε
νωθρός
νῶτος
ξενία
ξενίζω
ξενοδοχέω
ξένος
ξέστης
ξηραίνω
ξηρός
ξύλινος
ξύλον
ξυράω