G02591
Κάρπος
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
Κάρπος
καρποφορέω
καρποφόρος
καρτερέω
κάρφος
κατά
καταβαίνω
καταβάλλω
καταβαρέω
καταβαρύνω
καταβιβάζω
καταβολή
καταβραβεύω
καταγγελεύς
καταγγέλλω
καταγελάω
καταγινώσκω
κατάγνυμι
κατάγω
καταγωνίζομαι
καταδέω
κατάδηλος
καταδικάζω
καταδιώκω
καταδουλόω
καταδυναστεύω
καταισχύνω