* τρύπημα, -τος, τό
(< τρυπάω, to bore)
a hole: τ. ῥαφιδος, eye of a needle, Mt 19:24 (WH, txt., τρῆμα).†
SYN.: τρῆμα, τρυμαλιά
G. Abbott-Smith's A Manual Greek Lexicon of the New Testament
* τρύπημα, -τος, τό
(< τρυπάω, to bore)
a hole: τ. ῥαφιδος, eye of a needle, Mt 19:24 (WH, txt., τρῆμα).†
SYN.: τρῆμα, τρυμαλιά