παρουσία
Alt. παρουσία, ἡ,
Etym. πάρειμι
1. "a being present, presence", Aesch., Eur., etc.; so, πόλις μείζων τῆς ἡμετέρας παρουσίας ῀ ἡμῶν τῶν παρόντων, Thuc.:—of things, κακῶν π. Eur.: —παρουσίαν ἔχειν for παρεῖναι, Soph.
2. "arrival", id=Soph., Eur.:— "the Advent", NTest.