G04924
συνοικέω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
συνοικέω
συνοικοδομέω
συνομιλέω
συνομορέω
συνοχή
συντάσσω
συντέλεια
συντελέω
συντέμνω
συντηρέω
συντίθημι
συντόμως
συντρέχω
συντρίβω
σύντριμμα
σύντροφος
συντυγχάνω
Συντύχη
συνυποκρίνομαι
συνυπουργέω
συνωδίνω
συνωμοσία
Συράκουσαι
Συρία
Σύρος
Συροφοινίκισσα
Σύρτις