G04951
σύρω
A Manual Greek Lexicon of the New Testament, G. Abbott-Smith, 1922.
5.498 entradas
σύρω
συσπαράσσω
σύσσημον
σύνσωμος
στασιαστής
συστατικός
συνσταυρόω
συνστέλλω
συνστενάζω
συνστοιχέω
συνστρατιώτης
συστρέφω
συστροφή
συνσχηματιζω
Συχάρ
Συχέμ
σφαγή
σφάγιον
σφάζω
σφόδρα
σφοδρῶς
σφραγίζω
σφραγίς
σφυδρόν
σχέδον
σχῆμα
σχίζω