* ἀ-μώμητος, -ου
(< μωμάομαι),
blameless: II Pe 3:14.†
SYN.: ἄμεμπτος (q.v.), ἀνέγκλητος, ἀνεπίλημπτος.
G. Abbott-Smith's A Manual Greek Lexicon of the New Testament
* ἀ-μώμητος, -ου
(< μωμάομαι),
blameless: II Pe 3:14.†
SYN.: ἄμεμπτος (q.v.), ἀνέγκλητος, ἀνεπίλημπτος.